Για πολλούς γονείς το ερώτημα δεν είναι αν το παιδί τους θα μάθει Αγγλικά, αλλά πότε αξίζει να ξεκινήσει. Στην πράξη, τα 6–7 έτη είναι μια πολύ ευνοϊκή ηλικία για την πρώτη οργανωμένη επαφή με τη γλώσσα, αρκεί το πρόγραμμα να είναι σωστά σχεδιασμένο για μικρά παιδιά και να μη μετατρέπει τα Αγγλικά σε μια ακόμη σχολική πίεση.
Γιατί τα 6–7 έτη είναι ένα τόσο καλό σημείο εκκίνησης
Σε αυτή την ηλικία το παιδί βρίσκεται ακόμη σε περίοδο υψηλής γλωσσικής ευαισθησίας. Η διεθνής έρευνα για τη δεύτερη γλώσσα δείχνει ότι η ηλικία πρώτης έκθεσης επηρεάζει την τελική γλωσσική επίδοση και ότι η πρώιμη επαφή συνδέεται συχνά με καλύτερη προφορά, μεγαλύτερη φυσικότητα στην επεξεργασία της γλώσσας και ισχυρότερη μακροπρόθεσμη βάση. Η ηλικία δεν είναι ο μόνος παράγοντας — η ποιότητα και η διάρκεια της έκθεσης έχουν επίσης μεγάλη σημασία — όμως η έναρξη νωρίς δίνει στο παιδί περισσότερο χρόνο να χτίσει τη γλώσσα χωρίς βιασύνη.
Η επιστήμη δεν λέει ότι υπάρχει ένα «μαγικό» έτος — λέει όμως ότι η πρώιμη έκθεση έχει πλεονεκτήματα
Μελέτες για τη δίγλωσση και τη δεύτερη γλωσσική ανάπτυξη δείχνουν ότι τα παιδιά μπορούν να μαθαίνουν δύο γλώσσες από πολύ μικρή ηλικία και ότι η πρώιμη έκθεση μπορεί να ευνοεί πλευρές όπως η προφορά, η φωνολογική επίγνωση και η συνολική γλωσσική επάρκεια. Μεγάλης κλίμακας έρευνα για την κατάκτηση δεύτερης γλώσσας έχει επίσης δείξει ότι η ικανότητα μάθησης παραμένει υψηλή στην παιδική ηλικία και μειώνεται αργότερα, γεγονός που ενισχύει το επιχείρημα υπέρ μιας έγκαιρης και σταθερής έναρξης.
Τι κερδίζει ένα παιδί όταν ξεκινά νωρίς
Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα δεν είναι να «τρέξει» πιο γρήγορα προς ένα πτυχίο. Είναι ότι έχει περισσότερο χρόνο να εξοικειωθεί με τους ήχους, τον ρυθμό και τις βασικές δομές της γλώσσας. Όταν η επαφή γίνεται από νωρίς και με τρόπο ευχάριστο, η ξένη γλώσσα παύει να μοιάζει με κάτι ξένο και γίνεται σταδιακά ένα δεύτερο, οικείο σύστημα επικοινωνίας.
Αυτό μπορεί να βοηθήσει ιδιαίτερα στην προφορά και στην ακουστική κατανόηση, επειδή τα μικρότερα παιδιά είναι συνήθως πιο δεκτικά σε νέους φθόγγους και μοτίβα ομιλίας. Παράλληλα, η μακρόχρονη έκθεση επιτρέπει τη σταδιακή συσσώρευση λεξιλογίου και γραμματικών δομών χωρίς την πίεση που συχνά εμφανίζεται όταν η εκμάθηση αρχίζει αργότερα και πρέπει να καλυφθεί μεγάλη ύλη σε μικρότερο χρονικό διάστημα.
Junior δεν σημαίνει «κανονικό μάθημα ενηλίκων σε μικρότερη καρέκλα»
Η πρώιμη έναρξη έχει νόημα μόνο όταν το μάθημα είναι κατάλληλο για την ηλικία. Στα 6–7, το παιδί χρειάζεται εικόνα, κίνηση, παιχνίδι, μικρές επαναλήψεις, προφορική αλληλεπίδραση και πολύ σταδιακή εισαγωγή στην ανάγνωση και τη γραφή. Ένα πρόγραμμα που φορτώνει το παιδί με μηχανική αποστήθιση και υπερβολικές εργασίες μπορεί να ακυρώσει τα πλεονεκτήματα της πρώιμης έναρξης.
Τι θα πρότεινα σε έναν γονιό
Αν το παιδί είναι 6 ή 7 ετών, έχει ήδη μια βασική σχολική ρουτίνα και δείχνει ενδιαφέρον για ήχους, λέξεις, τραγούδια ή ιστορίες στα Αγγλικά, είναι μια πολύ καλή στιγμή να ξεκινήσει Junior. Το ζητούμενο δεν είναι να πιεστεί να φτάσει γρήγορα σε ανώτερο επίπεδο, αλλά να δημιουργήσει μια θετική, σταθερή σχέση με τη γλώσσα.
Στην πράξη, όσο νωρίτερα ξεκινήσει μια ποιοτική και συστηματική επαφή, τόσο περισσότερο χρόνο έχει το παιδί να μάθει με φυσικό ρυθμό. Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της έναρξης στα 6–7: δίνει χώρο στη μάθηση να ωριμάσει.
Συμπέρασμα
Η επιστημονική βιβλιογραφία δεν στηρίζει την ιδέα ότι υπάρχει μία και μοναδική «σωστή» ηλικία για όλους. Στηρίζει όμως ξεκάθαρα ότι η ηλικία έναρξης επηρεάζει την εκμάθηση και ότι η πρώιμη έκθεση μπορεί να προσφέρει ουσιαστικά πλεονεκτήματα, ιδιαίτερα όταν είναι πλούσια, συστηματική και ποιοτική. Για ένα παιδί που μεγαλώνει στην Ελλάδα και μαθαίνει Αγγλικά ως ξένη γλώσσα, τα 6–7 έτη αποτελούν ένα πολύ ισχυρό και παιδαγωγικά λογικό σημείο εκκίνησης.
Ενδεικτική επιστημονική βάση
Η παραπάνω προσέγγιση στηρίζεται σε ευρήματα της έρευνας για την ηλικία έναρξης και τη δεύτερη γλώσσα, μεταξύ άλλων σε μελέτες που δείχνουν πλεονεκτήματα της πρώιμης δίγλωσσης έκθεσης στη φωνολογική επίγνωση και τη γλωσσική ικανότητα, καθώς και σε μεγάλης κλίμακας δεδομένα που καταγράφουν ηλικιακές επιδράσεις στην κατάκτηση δεύτερης γλώσσας. Η ηλικία, πάντως, πρέπει πάντα να εξετάζεται μαζί με την ποιότητα, την ποσότητα και τη συνέπεια της γλωσσικής έκθεσης.
